Μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση στο μυστήριο της σκοτεινής ύλης προτείνει μια ομάδα ερευνητών από ακαδημαϊκά ιδρύματα των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τη θεωρητική τους προσέγγιση, τα υποθετικά σωματίδια που συγκροτούν τη σκοτεινή ύλη έχουν την ιδιότητα να αλληλοεξουδετερώνονται όταν συγκρούονται μεταξύ τους. Με βάση αυτό το δεδομένο, οι επιστήμονες εισηγούνται να μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από την απευθείας αναζήτηση των σωματιδίων στην ανίχνευση της δευτερογενούς ακτινοβολίας που παράγεται κατά τις βίαιες αυτές κοσμικές συγκρούσεις.
Αν και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία χειροπιαστή πειραματική απόδειξη για τη σύστασή της, η ύπαρξη της σκοτεινής ύλης γίνεται αντιληπτή μέσω της βαρυτικής επίδρασης που ασκεί στην ορατή, συμβατική ύλη και κυρίως στη συμπεριφορά των γαλαξιών, όπως επιβεβαιώνεται από τα επίσημα δεδομένα της NASA. Οι σύγχρονες κοσμολογικές εκτιμήσεις μάλιστα αναφέρουν ότι η αόρατη αυτή μορφή ύλης καταλαμβάνει το 26,8% του συνολικού ενεργειακού αποθέματος του Σύμπαντος. [1]
Το αδιέξοδο των υπόγειων ανιχνευτών
Η συστηματική μελέτη των παρατηρησιακών δεδομένων που μαρτυρούν την ύπαρξη της σκοτεινής ύλης ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, πυροδοτώντας πολλαπλές θεωρίες γύρω από τα πιθανά σωματίδια που τη συνθέτουν. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα έχει στήσει εξαιρετικά ευαίσθητα πειράματα σε διάφορα σημεία του πλανήτη.
Προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κοσμικός «θόρυβος» και οι παρεμβολές από την επιφανειακή ακτινοβολία, οι συγκεκριμένοι ανιχνευτές έχουν εγκατασταθεί βαθιά κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Παρά τις προσπάθειες όμως, κανένα από αυτά τα πειράματα δεν έχει αποδώσει μέχρι στιγμής κάποιο απτό αποτέλεσμα. [1, 2]
Η αμερικανική ερευνητική ομάδα ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί να προεξοφλήσει την αποτυχία των υφιστάμενων υποδομών, καθώς κάποιο από τα τρέχοντα πειράματα ενδέχεται τελικά να πετύχει τον στόχο του. Ωστόσο, από τη στιγμή που η πραγματική φύση της σκοτεινής ύλης παραμένει ένα απόλυτο αίνιγμα, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη να διερευνηθούν νέες, εναλλακτικές δίοδοι.
Στοχεύοντας στη «σκοτεινή» ραδιενέργεια και το πείραμα LUX
«Αν προσθέσουμε μία ακόμη πειραματική προσέγγιση, τότε θα αυξήσουμε τις πιθανότητες ανίχνευσης», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Ίαν Σουμέικερ (Ian Shoemaker), καθηγητής και επικεφαλής της συγκεκριμένης επιστημονικής ομάδας.
Ο Σουμέικερ και οι συνεργάτες του υποστηρίζουν ότι η νέα αυτή ελπιδοφόρα στρατηγική πρέπει να επικεντρωθεί στον εντοπισμό της λεγόμενης «σκοτεινής» ραδιενέργειας, η οποία εκλύεται ως άμεσο προϊόν της σύγκρουσης των σωματιδίων της σκοτεινής ύλης.
Όπως αναλύεται στη σχετική επιστημονική δημοσίευση στο Phys.org, αυτή η «σκοτεινή» ραδιενέργεια θα μπορούσε ιδανικά να καταγραφεί από τους υπόγειους ανιχνευτές που ήδη λειτουργούν ανά την υφήλιο. Μάλιστα, οι μαθηματικοί υπολογισμοί της ομάδας δείχνουν πως ένας συγκεκριμένος ανιχνευτής, ο οποίος λειτουργεί στο πλαίσιο του περίφημου πειράματος LUX (Large Underground Xenon), διαθέτει ήδη την απαιτούμενη ευαισθησία. Ο συγκεκριμένος ανιχνευτής βρίσκεται εγκατεστημένος μέσα σε ένα παλιό ορυχείο, σε βάθος 1.500 μέτρων κάτω από την επιφάνεια του εδάφους στη Νότια Ντακότα των ΗΠΑ.
Γιατί οι δορυφόροι έψαχναν σε λάθος κατεύθυνση;
Η ιδέα της καταγραφής των σημάτων της «σκοτεινής» ραδιενέργειας δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην επιστημονική κοινότητα. 📡 Ήδη, αρκετοί εξειδικευμένοι δορυφόροι που βρίσκονται σε τροχιά στο διάστημα αναζητούν τέτοιες μετρήσεις, χωρίς ωστόσο να έχει προκύψει κάποια ξεκάθαρη ένδειξη.
Σύμφωνα όμως με τους Αμερικανούς επιστήμονες, αυτή η αποτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι τα όργανα των δορυφόρων είναι ρυθμισμένα να αναζητούν λάθος σήματα.
«Τα πειράματα μέχρι σήμερα ψάχνουν για φωτόνια, επειδή σχεδιάστηκαν με την υπόθεση πως αυτό είναι το αποτέλεσμα της εξαΰλωσης της “σκοτεινής” ύλης. Αν όμως η “σκοτεινή” ύλη μετατρέπεται σε “σκοτεινή” ραδιενέργεια, όπως εμείς πιστεύουμε, τότε δεν έχουν καμία ελπίδα», καταλήγει ο Σουμέικερ, ανοίγοντας έναν ολοκαίνουριο δρόμο στην κατανόηση του Σύμπαντος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου