 |
| Άποψη από το δαιδαλώδες δίκτυο των υπόγειων στοών στο υπέδαφος της Αγίας Σοφίας. |
Το διαχρονικό σύμβολο της Χριστιανοσύνης
Για περισσότερους από δέκα αιώνες, η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε το κορυφαίο θρησκευτικό και αστικό κέντρο του χριστιανικού κόσμου, μια πορεία που ανακόπηκε με την Άλωση του 1453 από τους Οθωμανούς. Στο επίκεντρο της λαμπρής αυτής πόλης υψωνόταν επιβλητικά η Αγία Σοφία, ένας ναός αφιερωμένος στην Ιερή Σοφία του Θεού.
Το κτίσμα που θαυμάζουμε σήμερα αποτελεί δημιούργημα του 6ου αιώνα μ.Χ., καθώς οι πρώτες εργασίες για την ανέγερσή του ξεκίνησαν στις 23 Φεβρουαρίου του 532, υπό την καθοδήγηση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Η συγκεκριμένη βασιλική ξεπέρασε κάθε προηγούμενο οικοδόμημα της εποχής, κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του αρχιτεκτονικού επιτεύγματος και αποτυπώνοντας το μεγαλείο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Το μυστήριο που κρύβεται στα θεμέλια
Αν και η υπέργεια δομή της Αγίας Σοφίας αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως ένα απαράμιλλο αριστούργημα, το πραγματικό μυστήριο φαίνεται πως βρίσκεται θαμμένο κάτω από το έδαφός της, προκαλώντας το έντονο ενδιαφέρον των ερευνητών.
Ιστορικά τεκμήρια επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός δαιδαλώδους δικτύου κάτω από το μαρμάρινο δάπεδο του ναού. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, οι πιστοί συνήθιζαν να θάβουν τους νεκρούς τους σε απόκρυφα οστεοφυλάκια και υπόγειες κρύπτες εντός των ναών, μια πρακτική που παρουσιάζει ομοιότητες με τις παγανιστικές παραδόσεις ταφής εκτός των αστικών τειχών.
Αυτή η αρχιτεκτονική δομή δεν αποτελούσε εξαίρεση. Δύο από τα σπουδαιότερα θρησκευτικά μνημεία εκείνης της περιόδου, ο ναός του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και ο Πανάγιος Τάφος στην Ιερουσαλήμ, διέθεταν παρόμοιους υπόγειους χώρους. Συγκεκριμένα, ο Άγιος Πέτρος οικοδομήθηκε πάνω από ένα αρχαίο νεκροταφείο και κοντά σε έναν ετρουσκικό ναό, ενώ ο Πανάγιος Τάφος θεμελιώθηκε σε σημείο όπου προϋπήρχε ναός της θεάς Αφροδίτης.
Με δεδομένο ότι η Αγία Σοφία συγκαταλεγόταν στους σημαντικότερους ναούς της χριστιανικής πίστης, θεωρείται σχεδύν βέβαιο ότι διαθέτει αντίστοιχες υπόγειες εγκαταστάσεις. Μάλιστα, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ρώμης και των Ιεροσολύμων, είναι πολύ πιθανό να έχει χτιστεί και αυτή πάνω στα ερείπια κάποιου ειδωλολατρικού ιερού. Παρά το γεγονός ότι οι συστηματικές έρευνες ξεκίνησαν ήδη από το 1935, οι γνώσεις μας για το τι ακριβώς κρύβεται στα έγκατα του ναού παραμένουν ελάχιστες, αφήνοντας χώρο για γοητευτικούς θρύλους, όπως αυτόν που θέλει τον ίδιο τον σατανά να βρίσκεται φυλακισμένος στα υπόγειά της.
Από τους θρύλους των κειμηλίων στην πραγματικότητα του υδροδοτικού δικτύου
Η λαϊκή παράδοση συνδέει τα υπόγεια περάσματα του ναού με ιστορίες για πολύτιμα βυζαντινά κειμήλια, τα οποία φέρεται να έκρυψαν εκεί οι ιερείς λίγες στιγμές πριν η Πόλη πέσει στα χέρια των Οθωμανούς. Αν και οι αφηγήσεις αυτές στερούνται επιστημονικής και ιστορικής τεκμηρίωσης, η αλήθεια για το τι βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια παραμένει εντυπωσιακή. Σε πολύ μικρή απόσταση από τον ναό εκτείνεται η Βασιλική Κινστέρνα (ή Κιστέρνα), η οποία σήμερα ονομάζεται Γερεμπατάν Σαράι ή Γερεμπατάν Σαρνιτζί. Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί τη μεγαλύτερη υπόγεια δεξαμενή νερού που δημιουργήθηκε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, με τις διαστάσεις της να αγγίζουν περίπου τα 138 επί 64,5 μέτρα.
Η γιγαντιαία αυτή κατασκευή, που καταλαμβάνει έκταση 1.000 τετραγωνικών μέτρων, εντοπίζεται νοτιοδυτικά του ναού και σε βάθος 150 μέτρων. Η ανέγερσή της πραγματοποιήθηκε το 532 μ.Χ. υπό τις διαταγές του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α'.
Το εσωτερικό της δεξαμενής υποστηριζόταν αρχικά από 336 μαρμάρινους κίονες με ύψος 8 μέτρα ο καθένας. Οι κίονες αυτοί ήταν οργανωμένοι σε 12 σειρές των 28 κιόνων, έχοντας μεταξύ τους απόσταση 4 μέτρων. Ως ένα από τα πιο ζωτικά δημόσια έργα της περιόδου, η κινστέρνα εξασφάλιζε την υδροδότηση της πρωτεύουσας, αποτελώντας παράλληλα ένα κορυφαίο δείγμα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής και μηχανικής.
Οι αποτυχημένες προσπάθειες άντλησης και οι σύγχρονες ανακαλύψεις
Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές στο υπέδαφος της Αγίας Σοφίας ξεκίνησαν το 1937, όμως η έλευση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έβαλε πρόωρο τέλος στις εργασίες. Μετά τη λήξη του πολέμου, το 1945, οι ερευνητές επιχείρησαν να αδειάσουν τα υπόγεια ύδατα κάτω από το μνημείο για να συνεχίσουν το έργο τους. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε παταγωδώς, καθώς η στάθμη του νερού παρέμεινε αμετάβλητη, ενώ η αντλία καταστράφηκε από την υπερθέρμανση, οδηγώντας σε οριστική διακοπή των ερευνών.
Η επιστημονική κοινότητα επανήλθε στο μνημείο το 2005, στρέφοντας το ενδιαφέρον της στα πηγάδια της περιοχής. Στόχος των ειδικών ήταν να χαρτογραφήσουν το δίκτυο των υπόγειων στοών και να κατανοήσουν τον μηχανισμό παροχής νερού στον ναό και στα γύρω κτίρια. Η συγκεκριμένη έρευνα τα αποτελέσματα της οποίας έχουν καταχωρηθεί στην επιστημονική πλατφόρμα του ResearchGate, έφερε στο φως εννέα πηγάδια στον περιβάλλοντα χώρο. Από αυτά, τα πέντε περιείχαν ακόμη νερό, ενώ δύο εξερευνήθηκαν εξονυχιστικά από τους ειδικούς. Παράλληλα, οι ανασκαφές αποκάλυψαν ένα σύστημα σηράγγων, το οποίο, όπως διαπιστώθηκε, χρησίμευε ως δίκτυο αερισμού και προστασίας του κτιρίου από την υγρασία.
Το ντοκιμαντέρ του 2009 και τα κρυμμένα αντικείμενα στις δεξαμενές
Οι κρυφές πτυχές του υπεδάφους ήρθαν ξανά στο προσκήνιο το 2009, μέσα από τον φακό του κινηματογραφιστή Göksel Gülensoy, ο οποίος δημιούργησε μια σχετική κινηματογραφική παραγωγή, καταχωρημένη στην επίσημη βάση δεδομένων του IMDb.Οι συνεργάτες του Gülensoy επικεντρώθηκαν στην εξερεύνηση δύο συγκεκριμένων υδατοδεξαμενών, οι οποίες γεφύρωναν τον ναό με τη Βασιλική Κινστέρνα και το παλάτι Τοπ Καπί (Topkapı Sarayı) – το οθωμανικό ανάκτορο που δεσπόζει πάνω σε λόφο με θέα προς τον Βόσπορο. Η κατάδυση των δυτών σε αυτές τις δομές έφερε στο φως αναπάντεχα ευρήματα, όπως περιγράφεται λεπτομερώς και στα ακαδημαϊκά αρχεία του Digital Kenyon College Στον πυθμένα της πρώτης δεξαμενής εντοπίστηκαν δύο ξύλινα τμήματα, ένας κουβάς, καθώς και ένας σκελετός ανθρώπου. Από την άλλη, η δεύτερη δεξαμενή έκρυβε πλήθος μικρών φιαλών με χρονολογία από το 1917, θραύσματα από τα υάλινα φωτιστικά της εκκλησίας, κομμάτια χρωματιστού γυαλιού (βιτρό) και μια μεταλλική αλυσίδα που κατέληγε σε δύο κρίκους. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, τα φιαλίδια αυτά πιθανότατα κατέληξαν στο σημείο κατά την εισβολή βρετανικών στρατευμάτων στην Πόλη το 1917, στην προσπάθειά τους να συλλέξουν αγίασμα.
Όπως επισημαίνεται και στην επίσημη μελέτη του Hagia Sophia Subterranean (ITU) από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, η ανάγκη για μελλοντικές, πιο εις βάθος ανασκαφές κρίνεται επιβεβλημένη, ώστε να συγκεντρωθούν επαρκή στοιχεία που θα επιτρέψουν τη διατύπωση ασφαλών ιστορικών συμπερασμάτων.