Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Η σκοτεινή πλευρά του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ: Εκτελέσεις αιχμαλώτων, βασανιστήρια και ακρωτηριασμοί νεκρών

 Ο ιστορικός Ριντ Μίτσελ (1955-2023) στη μελέτη του για την αρρενωπότητα κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο σημείωνε πως η σκληραγώγηση των ανδρών μπορεί να συνοδεύεται από μια «σταδιακά αυξανόμενη έλλειψη αντίδρασης απέναντι στην οδύνη και τον θάνατο». 

Στο ίδιο μήκος κύματος ο διαπρεπής διπλωμάτης και αγωνιστής στην αντίσταση με τον ΕΔΕΣ, Ρόδης Ρούφος, υποστήριζε στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Χρονικό μιας Σταυροφορίας» ότι αρκετοί άνδρες έγιναν πολύ πιο κυνικοί ύστερα από τη θητεία τους στην αντίσταση, καθώς τους κυρίευαν

«συμπτώματα αναισθησίας». Γενικότερα στις αντιστασιακές οργανώσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καταγράφηκαν αρκετές φορές περιστατικά έντονης περιφρόνησης προς την ανθρώπινη ζωή· και δεν αναφερόμαστε βέβαια κατά τη διάρκεια των μαχών που έδωσαν έναντι του κατακτητή, καθώς εκεί θεωρείται αυτονόητη η υπεράσπιση του πατρίου εδάφους με κάθε μέσο.

Αναφερόμαστε στη θανάτωση αιχμαλώτων που υπήρξαν και στη χώρα μας από αντιστασιακές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν μετά την κατάκτηση της χώρας μας από τους Γερμανούς το 1941, με πρώτιστες αυτές του ΕΛΑΣ (Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού) και του ΕΔΕΣ (Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου), τις οποίες όμως και πάλι θα πρέπει να τις κρίνουμε με τα μέτρα της εποχής. Ο ιστορικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, Σπύρος Τσουσουμπής, στο νέο του βιβλίο υπό τον τίτλο «ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ: Οι λαϊκοί στρατοί της Αντίστασης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Παπαδόπουλος», προσφέρει μια νέα και πρωτότυπη ματιά στην Εθνική Αντίσταση και τον κατοχικό εμφύλιο, εστιάζοντας στους απλούς αγωνιστές των δύο πολυπληθέστερων οργανώσεων, μια πλευρά που έως τώρα είχε παραμεληθεί.

Συνηθισμένη η θανάτωση αιχμαλώτων

Εκεί, λοιπόν, αναφέρει ότι τα κυριότερα θύματα που σχετίζονται με την περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής στις αντάρτικες οργανώσεις ήταν άμαχοι και αιχμάλωτοι. «Η θανάτωση αιχμαλώτων ήταν εξαιρετικά συνηθισμένη. Συχνά δολοφονούνταν από άνδρες που ήθελαν να εκδικηθούν τον θάνατο ενός συντρόφου ή συγγενή», όπως διαβάζουμε χαρακτηριστικά. Όπως αναφέρει, ο οπλαρχηγός του ΕΔΕΣ, Σπύρος Καραμπίνας, μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατο του αδελφού του, όρμησε στον χώρο όπου κρατούνταν και εκτέλεσε 11 Ιταλούς αιχμαλώτους. Κάποιες φορές, εξαγριωμένοι αγρότες που έβλεπαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους να παραδίδονται στις φλόγες από τον εχθρό, επίσης, επιτίθεντο σε αιχμαλώτους που είχαν πιάσει νωρίτερα και τους λίντσαραν.

Δεν πήραν αιχμαλώτους στην Αμφιλοχία

Ορισμένες δε από τις πιο εκτεταμένες θανατώσεις αιχμαλώτων σημειώθηκαν στη μάχη της Αμφιλοχίας, το βράδυ της 12ης Ιουλίου 1944, όταν ο ΕΛΑΣ αποφάσισε να επιτεθεί σε ένα κτίριο όπου είχε εγκατασταθεί ένα γερμανικό απόσπασμα. Εν αγνοία των ανταρτών, ένα ακόμα απόσπασμα είχε φτάσει στην πόλη την ίδια ημέρα, και οι Γερμανοί είχαν διασκορπιστεί σε διάφορα σπίτια αμάχων. Η επιδρομή εξελίχθηκε σε ανταλλαγή πυρών, καθώς οι αντάρτες προσπαθούσαν να εκδιώξουν τους Γερμανούς από μια σειρά ξεχωριστών κατοικιών. 

Ύστερα από περίπου 14 ώρες μάχης και πολλές απώλειες, οι αντάρτες κατόρθωσαν να εισβάλουν σε ένα από τα κύρια οχυρωμένα σπίτια που πολιορκούσαν. Δεν πήραν αιχμαλώτους. Παρά τις εκκλήσεις τους, οι Γερμανοί γαζώθηκαν με πολυβόλα και αποτελειώθηκαν με μαχαίρια. Στην ίδια επιχείρηση, ένας αξιωματικός του ΕΛΑΣ διέταξε την εκτέλεση αρκετών Ελλήνων χωροφυλάκων που είχαν ταχθεί με τους Γερμανούς και πυροβολούσαν τραυματισμένους αντάρτες και υγειονομικούς, παρά τη δέσμευσή τους περί ουδετερότητας, όπως αναφέρει ο συγγραφέας.

Αποτελούσε επίσημη πολιτική του ΕΛΑΣ

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι «η θανάτωση αιχμαλώτων δεν ήταν απλώς αυθόρμητη πράξη, αλλά αποτελούσε επίσημη πολιτική του ΕΛΑΣ έως το καλοκαίρι του 1944. Σε διαταγή του ΕΛΑΣ από το καλοκαίρι του 1943 σημειωνόταν ότι οι αντάρτες είχαν την τάση να μεταχειρίζονται το βοηθητικό προσωπικό μη γερμανικής καταγωγής καλύτερα από τους τακτικούς στρατιώτες». Η διαταγή καταδίκαζε τέτοιες στάσεις και ανέφερε ότι «είναι γνωστή η μοίρα που αναμένει αντάρτη μας ο οποίος θα έχει την κακή τύχη να πέσει αιχμάλωτος στους Γερμανούς – μαρτυρικός θάνατος. Ανθρωπιστικότερα φερόμενοι εμείς θα ανταποδώσουμε μόνον θάνατον. Από λήψεως της παρούσης πας συλλαμβανόμενος αιχμάλωτος πάρα των μονάδων σας […] θα εκτελείται επιτόπου μετά [από] ανάκρισιν προς λήψιν πληροφοριών. Η τήρησις μυστικότητος εν προκειμένω προς αποφυγήν αντίποινων επί του άμαχου πληθυσμού είναι επιβεβλημένη».

Δίχως έλεος ΕΔΕΣίτες και Τσάμηδες

Ο αριθμός των δολοφονιών κλιμακωνόταν όταν οι επιχειρήσεις στρέφονταν εναντίον άλλων Ελλήνων ή εναντίον δωσιλογικών πολιτοφυλάκων. Στις συγκρούσεις μεταξύ του ΕΔΕΣ και των Αλβανών Τσάμηδων στην Πρέβεζα και τη Θεσπρωτία, για παράδειγμα, καμία από τις δύο πλευρές δεν έδειχνε έλεος· οι τραυματίες αποτελειώνονταν και οι αιχμάλωτοι εκτελούνταν και από τις δύο πλευρές.

Εκτέλεση αιχμαλώτων του ΕΔΕΣ

Στις δε συγκρούσεις μεταξύ στον ΕΛΑΣ και στον ΕΔΕΣ τον χειμώνα του 1943-1944, ο ΕΛΑΣ αποδείχθηκε ιδιαίτερα απρόθυμος να παίρνει αιχμαλώτους. Τουλάχιστον 14 αιχμάλωτοι πολέμου του ΕΔΕΣ εκτελέστηκαν από τους δεσμώτες τους στον ΕΛΑΣ στη Λάβδανη Ιωαννίνων. Δύο άνδρες εκτελέστηκαν αμέσως μετά την παράδοσή τους, ενώ άλλοι 12 μεταφέρθηκαν στο σχολείο του χωριού όπου ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου με κοντάκια τυφεκίων από μια ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ.

Η τακτική του καπετάν Αννίβα

Να σημειώσουμε ότι τέτοιες στάσεις δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστες στην περιοχή, όπου τοπικοί καπετάνιοι, όπως ο Φώτης Κοντοπάνος (γνωστός ως καπετάν Αννίβας), ήταν γνωστό πως φρόντιζαν να μην παίρνουν αιχμαλώτους. Την ίδια περίοδο, η ομάδα του Αννίβα έστησε ενέδρα και συνέλαβε μια φάλαγγα ανεφοδιασμού του ΕΔΕΣ και εκτέλεσε και τους 17 αντάρτες – μουλαράδες, των οποίων τα πτώματα ρίχτηκαν στον ποταμό Καλαμά. Σε άλλη περίπτωση, ο ίδιος εκτέλεσε προσωπικά έξι αιχμαλώτους του ΕΔΕΣ στο ορεινό χωριό Αετόπετρα.

Οι εκτελέσεις μετά τη μάχη της Πρέβεζας

Αυτού του τύπου οι βαναυσότητες δεν ήταν σε καμία περίπτωση μοναδικές· αντάρτες του ΕΔΕΣ εκτέλεσαν 16 αιχμαλώτους του ΕΛΑΣ μετά τη μάχη της Πρέβεζας το φθινόπωρο του 1944. Σύμφωνα με έναν αντάρτη που ήταν παρών, όταν επιτέθηκαν και πήγαν να καταλάβουν το τοπικό γυμνάσιο, «τα παιδιά πολέμησαν απ’ τα παράθυρα, αλλά καθώς είδανε ότι δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, βγάλαν σημαία να παραδοθούνε, άσπρη σημαία». Ακολούθως «μπήκαν μέσα, τους δέσαν όλους με ένα κορδόνι, τους βάλαν και σκάψαν τον λάκκο τους, στον Παντοκράτορα, και εκεί τους σκότωσαν».


Τους αποτελείωναν

Οι εκτελέσεις ήταν ακόμη πιο εκτεταμένες στις συγκρούσεις μεταξύ δωσιλογικών σχηματισμών και αριστερών ανταρτών στην Εύβοια. Μετά την πτώση του χωριού Βάθεια στον ΕΛΑΣ το 1944, ακολούθησε ένα όργιο δολοφονιών. Σύμφωνα με μαρτυρίες: «…Χθες το βράδυ το χωριό καταλήφθηκε με έφοδο […]. Όταν ο ΕΛΑΣ κατόρθωσε να σπάσει το συρματόπλεγμα της περιμέτρου, πολλοί από τους υπερασπιστές διασκορπίστηκαν και κατέφυγαν σε σπίτια, τα οποία στη συνέχεια ομάδες του ΕΛΑΣ πυρπόλησαν […]. Ο αντάρτης δεν έπαιρνε αιχμαλώτους: τραυματίες που είχαν μείνει πίσω αποτελειώνονταν, και περισσότεροι από ένας άμαχοι από ένα φλεγόμενο σπίτι σκοτώθηκαν ταυτόχρονα με τον στρατιώτη στον οποίο είχαν προσφέρει καταφύγιο».

Στους αιχμαλώτους επιφυλασσόταν συχνά κακομεταχείριση. Ένας αξιωματικός της SOE (των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών) στην Ήπειρο σημείωνε ότι στα τοπικά στρατόπεδα κρατουμένων του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ, Ιταλοί στρατιώτες «ξυλοκοπούνταν και ληστεύονταν καθημερινά από τους αντάρτες φρουρούς τους και δεν τους έδιναν φαγητό». Αιχμάλωτοι του ΕΔΕΣ στο Ζαγόρι εξαναγκάζονταν να κουβαλούν στην πλάτη τους τους δεσμώτες τους, του ΕΛΑΣ, για χιλιόμετρα.

Ανηλεείς ξυλοδαρμοί

Τα βασανιστήρια ήταν εξίσου διαδεδομένα. Ο Γεράσιμος Μαλτέζος, ηγετικό στέλεχος του 3/40 Συντάγματος του ΕΛΑΣ, και αρκετοί από τους άνδρες του, που συνελήφθησαν από τον ΕΔΕΣ, «ληστευτήκαν από κάθε αντικείμενο που είχαν μαζί τους, ρολόγια, χρήματα, στύλους, γυαλιά, τους αφαίρεσαν ακόμη και τις στολές […]. Ο Μαλτέζος και η παρέα του αλυσοδέθηκαν και πέρασαν από το μαρτύριο του ανήλεους ξυλοδαρμού». Ύστερα από αυτό οι αιχμάλωτοι, ακόμη γυμνοί, «δέθηκαν με τις τριχιές που είχαν τα σαμάρια των αλόγων, καβάλα οι καπεταναίοι και πίσω βάδιζαν δεμένοι από τα σαμάρια οι συλληφθέντες».

Ο αξιωματικός του ΕΔΕΣ, Θεόδωρος Χαρβαλάκης, υπέστη παρόμοια μεταχείριση από τους δεσμώτες του· αφού τον ξυλοκόπησαν και τον λήστεψαν, τον έγδυσαν, του ξύρισαν το γένι και τα μαλλιά και στη συνέχεια τον περιέφεραν στα χωριά. Τέτοιες πρακτικές ήταν συνηθισμένες στην Πελοπόννησο, όπου ακόμη και τα πτώματα εθνικιστών πολιτοφυλάκων βεβηλώνονταν από άνδρες του ΕΛΑΣ.

Έκοβαν τα γεννητικά όργανα και τα έβαζαν στο στόμα

Ορισμένοι μάλιστα συνέλεγαν τρόπαια, όπως αυτιά, μύτες ή κεφάλια, τα οποία συχνά επιδείκνυαν δημόσια. Όταν αντάρτες του ΕΛΑΣ στην Ξάνθη εκτέλεσαν έναν τοπικό δωσίλογο, τον Μπάρμπα Σταύρο, προχώρησαν στον αποκεφαλισμό του και τοποθέτησαν το κεφάλι του σε παλούκι στην είσοδο του χωριού του. Οι ακρωτηριασμοί, τόσο στο πρόσωπο όσο και στα γεννητικά όργανα, ήταν συχνοί.

Μια τέτοια θηριωδία σημειώθηκε μετά από ενέδρα του ΕΛΑΣ εναντίον ομάδας Γερμανών στρατιωτών κοντά στο χωριό Κλεισούρα, στις 5 Απριλίου 1944. Αφού εξουδετέρωσαν την αντίσταση των Γερμανών και αποτελείωσαν τους τραυματίες, οι αντάρτες προχώρησαν στον ακρωτηριασμό των πτωμάτων, κόβοντας τα γεννητικά όργανα και των επτά ανδρών και τοποθετώντας τα κατόπιν στο στόμα τους.

Κάτι ανάλογο συνέβη όταν μια εθνικιστική ομάδα έστησε ενέδρα σε ομάδα του ΕΛΑΣ στην ανατολική Μακεδονία: «τους σκότωσαν όλους […] έκοψαν τα κεφαλιά των αρχηγών και τα κρέμασαν στα κλαδιά των δέντρων. Μετά έκοψαν τα γενετικά τους όργανα και τα έβαλαν στα στόματα των κρεμασμένων κεφαλιών», αναφέρουν οι μαρτυρίες που παρατίθενται στο βιβλίο του ιστορικού, Σπύρου Τσουτσουμπή.

Ακρωτηριασμοί Ιταλών και Αλβανών

Στην επαρχία της Θεσπρωτίας, στην Ήπειρο, αντάρτες του ΕΔΕΣ ακρωτηρίασαν τα σώματα Ιταλών στρατιωτών και Αλβανών πολιτοφυλάκων, γδύνοντας τα πτώματα, ακρωτηριάζοντάς τα και κόβοντας τα γεννητικά τους όργανα. Παρόμοια περιστατικά είχαν καταγραφεί σε πολλές περιοχές, από τα ορεινά της κεντρικής Μακεδονίας έως τη νότια Πελοπόννησο, όπου αντάρτες του ΕΛΑΣ και δωσιολογικοί σχηματισμοί επιδίδονταν στη συλλογή τροπαίων και στον ακρωτηριασμό των σωμάτων των εχθρών τους.

 

Θα ήταν απερίσκεπτο να περιγραφούν οι εμπειρίες των ανταρτών ως μια μακρά καταβύθιση στη βαρβαρότητα. Η ανάδειξη αυτών των πτυχών προφανέστατα και δεν αποσκοπεί στην αποδόμηση της Εθνικής Αντίστασης, αλλά στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε συνθήκες ακραίας βίας και αποσύνθεσης. 

Ο πόλεμος δεν παράγει μόνο ήρωες, αλλά και τραύματα που διαπερνούν ηθικά όρια, αλλοιώνοντας αντιλήψεις και πράξεις. Η ιστορική έρευνα, απαλλαγμένη από αγιοποιήσεις και απλουστεύσεις, καλείται να φωτίσει αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα: εκεί όπου η ανάγκη για επιβίωση και εκδίκηση συνυπάρχει με την απώλεια μέτρου, υπενθυμίζοντας ότι η μνήμη οφείλει να είναι πλήρης, ακόμα κι όταν είναι επώδυνη.

Από το newsbeast

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δείτε επίσης