Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Στ’ αναμμένα κάρβουνα

Όταν η εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης έπιασε φωτιά, ακούστηκαν από μέσα οι φωνές των εικόνων να καλούν σε βοήθεια. Οι κάτοικοι χωρίς να λογαριάσουν τον κίνδυνο όρμησαν μέσα για να σώσουν εικόνες και κειμήλια. Με θαυματουργικό τρόπο κανένας δεν έπαθε τίποτα κι αυτό αποδόθηκε στους δύο αγίους. Έτσι θέλει ο θρύλος το ξεκίνημα των Αναστεναριών από το χωριό Κωστί της Ανατολικής Θράκης, που οφείλει το
όνομά του στον προστάτη άγιό του. Στην πραγματικότητα το έθιμο έχει την απαρχή του στα αρχαία χρόνια.
Οι πρόσφυγες που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη το 1914 έφεραν μαζί τους στην καινούργια πατρίδα, τη Μακεδονία, και τ’ Αναστενάρια. Όμως, επί δύο δεκαετίες τουλάχιστον δεν υπήρξε καμία αναφορά για τέλεση του εθίμου, λες και είχε εξαφανιστεί.
Ο Άγγελος Τανάγρας, πρόεδρος της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, γνώριζε τα Αναστενάρια από την καταγραφή που είχε κάνει το 1873 ο καθηγητής της Μεγάλης του Γένους Σχολής Αναστάσιος Χουρμουζιάδης. Ερεύνησε και ύστερα από πολλές προσπάθειες ανακάλυψε σε ποια χωριά είχαν εγκατασταθεί αναστενάρηδες. Στη Μελίκη της Ημαθίας, στην Αγία Ελένη των Σερρών, στην Μαυρολεύκη της Δράμας και στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης.
Η πρώτη απόπειρά του να έρθει σε επαφή με τους αναστενάρηδες της Μελίκης συνάντησε άρνηση και εχθρότητα. Επειδή το Πατριαρχείο τους κυνηγούσε ως αιρετικούς, οι αναστενάρηδες κρύβονταν. Τελούσαν το παμπάλαιο λατρευτικό έθιμο μυστικά στα σπίτια τους.
Άγγελος Τανάγρας

Η δεύτερη προσπάθεια του Τανάγρα που έγινε στη Μαυρολεύκη της Δράμας είχε επιτυχία. Πήγε εφοδιασμένος με επιστολές του υπουργού, του αρχιεπισκόπου και του αρχηγού της χωροφυλακής και κατόρθωσε να πείσει τους αναστενάρηδες ότι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν. Έτσι ανήμερα του αγίου Κωνσταντίνου του 1940 σε κάποιο ειδυλλιακό άλσος της Μαυρολεύκης έγινε δημόσια η πρώτη ελληνική πυροβασία.
«Εκεί ημπόρεσα να διαπιστώσω και να εξακριβώσω όχι μόνον το πάχος της ανθρακιάς, όπου οι Αναστενάρηδές μου με την ακράδαντον πίστιν των εχώνοντο ως τον αστράγαλον, αλλά και όχι μόνον δεν παρατηρείτο κανέν έγκαυμα εις τα πόδια των, αλλ’ ότι ούτε καν οι τρίχες των ήσαν τσουρουφλισμένες».
Ομιλία περί αναστενάρηδων, Ιούνιος 1940

Το ενδιαφέρον και την περιέργεια κεντρίζει η πυροβασία και το γεγονός ότι τα πόδια των χορευτών δεν καίγονται από τ’ αναμμένα κάρβουνα. Ωστόσο όλες οι φάσεις του εθίμου έχουν πλουσιότατο και οπωσδήποτε παράδοξο τελετουργικό.
Οι αναστενάρηδες
Είναι άντρες και γυναίκες που έχουν μυηθεί στην τελετουργική διαδικασία. Τυπικά είναι ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά ακολουθούν δικούς τους κανόνες (εκκλησιάζονται δύο φορές τον χρόνο, των Φώτων και του αγίου Κωνσταντίνου), έχουν ιδιαίτερους τόπους λατρείας (τα κονάκια και τ’ αγιάσματα) και ιδιαίτερες θρησκευτικές εικόνες που παρουσιάζουν τους αγίους να χορεύουν.
Οι αναστενάρηδες υπακούν στον αρχιαναστενάρη και τηρούν ένα απαράβατο τυπικό. Οι αρμοδιότητες είναι αυστηρότατα καθορισμένες και δεν αφήνουν περιθώριο για πρωτοβουλίες. Τα καθήκοντα καθενός έχουν κληρονομηθεί από τις προηγούμενες γενιές. Άλλος θ’ ανάψει τη φωτιά, άλλος θα την απλώσει, άλλος θα καθίσει στο στασίδι για να δίνει τις εικόνες. Όταν μυείται κάποιος καινούργιος αναστενάρης, αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρεί αυτό το αυστηρό τυπικό σε όλη τη διάρκεια του έτους και η παρουσία του στο πανηγύρι είναι σημαντική. Η μύηση είναι μυστικό των αναστενάρηδων.
Ο αρχιαναστενάρης
Είναι αυτός που θα αποφασίσει πότε ο μυημένος είναι έτοιμος για πυροβασία, αλλά και ποιοι από τους αναστενάρηδες θα πατήσουν στα κάρβουνα. Δεν πυροβατούν όλοι οι αναστενάρηδες. Ο αρχιαναστενάρης είναι κάτοχος μυστικών κι έχει το χάρισμα της ενόρασης. Είναι μάντης, βροχοποιός, θεραπευτής, εξορκιστής και πρόσωπο πολύ σεβαστό σε όσους τιμούν το έθιμο των Αναστεναριών.
Παραμονή της γιορτής του αγίου Κωνσταντίνου
Η μυσταγωγία αρχίζει στο κονάκι. Εκεί συγκεντρώνονται οι ιερές εικόνες, οι Χάρες ή οι Παππούδες. Παππού αποκαλούν τον άγιο Κωνσταντίνο. Εκεί βρίσκονται τα αμανέτια, δηλαδή τα ιερά κόκκινα μαντίλια που δίνουν δύναμη στους χορευτές, καθώς και τα μουσικά όργανα (η τρίχορδη θρακιώτικη λύρα, η βουλγάρικη γκάιντα και το νταούλι με τη βίτσα). Εκεί φυλάσσονται το τσεκούρι, το μαχαίρι κι η σανίδα κοπής –ιερά σκεύη για τη θυσία του κουρμπανιού. Στο κονάκι προετοιμάζονται οι αναστενάρηδες με την οργιαστική μουσική, τον χορό και την αγρυπνία για την πυροβασία. Μέσα σε υποβλητική ατμόσφαιρα όπου καίει άφθονο θυμίαμα, με τον ήχο του τυμπάνου να ηχεί από μόνο του σαν νιώσει την υπερφυσική παρουσία, κατά διαστήματα ο άγιος πιάνει κάποιον (ή εγκαλεί η εικόνα τον καθαρό άνθρωπο) και τότε αυτός σηκώνεται αναστενάζοντας αχ, εχ, ιχ! και κρατώντας το εικόνισμα χορεύει εκστατικά τον ιερό χορό. Ο Τανάγρας λέει ότι οι αναστεναγμοί αυτοί είναι επανάληψη των επικλήσεων των αρχαίων Μαινάδων στον Βάκχο.
Ανήμερα
Το πρωί της γιορτής αγιάζεται και θυσιάζεται το κουρμπάνι. Ο χορός στο κονάκι συνεχίζεται αδιάκοπος. Το απόγευμα ο μύστης, που κατέχει πατρογονικά αυτό το δικαίωμα, ανάβει την ιερή φωτιά. Όταν σχηματίζεται η ανθρακιά, έρχονται εν πομπή οι αναστενάρηδες από το κονάκι στο σημείο της πυροβασίας. Χορεύουν γύρω από την παχιά ανθρακιά κρατώντας τις εικόνες και τα αμανέτια κι ένας ένας οι εκλεκτοί του αγίου μπαίνουν και συνεχίζουν τον χορό πάνω στ’ αναμμένα κάρβουνα. Βρίσκονται κάτω από την προστασία και τη θεραπευτική δύναμή του παραδομένοι ψυχή τε και σώματι.
Μέσα στη μαύρη στάχτη φυλακίζεται το κακό και η αρρώστια. Όταν τελειώσει ο εκστατικός χορός, οι αναστενάρηδες πλένουν τα πόδια τους, για να παρασύρει το νερό μακριά το κακό που έκαψε η φωτιά, κι επιστρέφουν στο κονάκι. Κάθονται κατάχαμα γύρω από το στρωμένο τραπεζομάντιλο και τρώνε το μαγειρεμένο κρέας της θυσίας.
Οι δύο τελευταίες μέρες
Η πυροβασία θα επαναληφθεί και την επόμενη νύχτα. Την τελευταία μέρα, στις 23 Μαΐου, πομπή αναστενάρηδων κρατώντας ιερές εικόνες περνάει από τα σπίτια των συγχωριανών. Οι νοικοκυραίοι τους κερνούν σταφίδες και κρασί. Μετά από την ιερή συνεστίαση στο σπίτι του αρχιαναστενάρη, όπου καθισμένοι κατάχαμα γύρω από το στρωμένο τραπεζομάντιλο τρώνε καρπούς της γης, γίνεται το ζώσιμο του σταυροδρομιού, ο κυκλικός χορός που εμποδίζει το κακό να μπει στο χωριό. Ύστερα αρχίζει η τελευταία πυροβασία και το Αναστενάρι κλείνει με ομαδικό χορό και με το τραγούδι του Μικροκωνσταντίνου. Σημειωτέον ότι στ’ Αναστενάρια δεν ψέλνουν εκκλησιαστικούς ύμνους και τροπάρια, αλλά τραγουδούν ακριτικά τραγούδια.
Όταν τελειώσει η γιορτή, οι αναστενάρηδες εκείνοι που έχει καθορίσει η ιεραρχία θα κρατήσουν στα σπίτια τους τις εικόνες, τα αμανέτια και τα ιερά κειμήλια μέχρι το επόμενο Αναστενάρι. Οι εικόνες φυλάσσονται μέσα σε πάνινες θήκες, τις ποδιές, από τις οποίες κρέμονται μικρά κουδούνια και αφιερώματα.
Τα Αναστενάρια έχουν την απαρχή τους στα αρχαία χρόνια· στα διονυσιακά και ορφικά μυστήρια. Κοιτίδα τους ήταν τα χωριά του Κιόρ Καζά της Ανατολικής Ρωμυλίας. Ο τόπος περιτριγυριζόταν από βουνά και ήταν απομονωμένος, (Κιορ Καζάς άλλωστε θα πει Τυφλή Επαρχία) πράγμα που συντέλεσε στη διατήρηση των πανάρχαιων εθίμων. Τα περισσότερα χωριά όπως το Κωστί, Μούρτσοβο, Βούργαρι, Ρέσβι και Πυργόπλο γιόρταζαν οργιαστικά τη μνήμη του αγίου Κωνσταντίνου. Από τον εορτασμό που κρατούσε σχεδόν ολόκληρο τον Μάιο δεν αποκλείονταν οι οινοποσίες και οι ερωτικές συνευρέσεις που σε άλλη περίσταση θα γίνονταν αιτίες φόνων τιμής.
Ο ξεριζωμός από την παλιά πατρίδα και η μεταφορά των Αναστεναριών στην καινούργια, καθώς και το κυνηγό της Εκκλησίας είχαν σαν αποτέλεσμα την αλλοίωσή τους. Ο Αναστάσιος Χουρμουζιάδης στην πραγματεία του «Περί Αναστεναρίων και άλλων τινών παραδόξων εθίμων και προλήψεων» περιγράφει παραστατικότατα την ομορφιά του Κιορ Καζά και την τέλεση του παμπάλαιου εθίμου της έκστασης των ψυχών κατά το οποίο οι μυημένοι «τά τε ουχ ορατά ορώσι καί τα ουκ ακουστά ακούουσι».
-->
Είναι γραμμένη σε αρχαΐζουσα, αλλά είναι ενδιαφέρουσα, μικρή και… παλεύεται.
Θα τη βρείτε ΕΔΩ.
Τέτη Σώλου
Μάιος 2017
https://tetysolou.wordpress.com
Από το pisostapalia
loading...