«Με ευελιξία αίλουρου πηδούσαν στα γερμανικά καμιόνια που μετέφεραν τρόφιμα και πετούσαν στο δρόμο κουραμάνες για τους Αθηναίους που λιμοκτονούσαν. Σούφρωναν στο πι και φι τα τρόφιμα των δυνάμεων κατοχής, έτρωγαν όσο μπορούσαν να φάνε, κουβαλούσαν όσα μπορούσαν να κουβαλήσουν... Τα παιδιά αυτά έπαιζαν τη ζωή τους κορόνα-γράμματα και πολλά ξεψύχησαν από βόλι Γερμανών».
«Οι σαλταδόροι του Βύρωνα» είναι ένας φόρος τιμής στους
μικρούς σαλταδόρους της Κατοχής. Ο Ξενοφώντας Φιλέρης, συγγραφέας του βιβλίου, υπήρξε και ο ίδιος σαλταδόρος: «Θέλω να πω στον κ. Μπαμπινιώτη να προσθέσει τρεις λέξεις στο λεξικό του, τρεις λέξεις που είχαμε για συνθηματικά, όταν κάναμε τις εφόδους στα καμιόνια: το “λίιιου”, το τραγουδιστό “ντου-ντου-ντού” και το ποιητικό “χάπατες”. Την κραυγή “λίιιου” τη φωνάζαμε στις γειτονιές λίγο πριν από τη συνάντησή μας. Το "”ντου-ντου-ντού” το λέγαμε τραγουδιστά κατά τη διάρκεια της επίθεσης και το “χάπατες” το χρησιμοποιούσαμε ως προειδοποιητικό κινδύνου».
Ο πιο σκληρός χειμώνας ήταν αναμφίβολα αυτός του 1941 στην Ελλάδα. Η πείνα εξελίσσεται σε λιμό και χτυπάει τα μεγάλα αστικά κέντρα. Μόνο στην Αθήνα και τον Πειραιά περισσότεροι από 49.000 άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα και την αβιταμίνωση.
Οι Γερμανοί έχουν κάμψει κάθε αντίσταση, αδειάζουν όλα τα δημόσια κτίρια και τα επιτάσσουν. Ανάμεσα σε αυτά τα κτίρια είναι και αρκετά ορφανοτροφεία. Τα ορφανά πετάγονται στο δρόμο. Οι τραγικές συνθήκες επιβίωσης οδηγούν αρκετά παιδιά να αναπτύξουν μηχανισμούς αντίστασης, μηχανισμούς επιβίωσης, το λεγόμενο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.
«Τρεις φίλοι απ’ το Βύρωνα με τρύπιο παντελόνι
Χωρίς να κάνουν σαματά κουρσέψαν το καμιόνι
Και μύρισε, Θεούλη μου, ο δρόμος μακαρόνι
Σταδίου και Αμερικής, μέχρι Κολοκοτρώνη».
Το ξυπόλυτο τάγμα δεν είναι θρύλος της Κατοχής. Το ξυπόλητο τάγμα είναι το σκληρό πρόσωπο της Κατοχής, όπως αυτό καταγράφηκε στις φιγούρες των αμούστακων παιδιών που αψήφησαν το θάνατο για ένα καρβέλι ψωμί, για ένα πακέτο μακαρόνια...
Οργανώνονται σαν μυστικός στρατός, με ιεραρχία και πειθαρχία. Μόνα τους συγκροτούν ομάδες κρούσης και βοήθειας. Πηγή για την τροφοδοσία τους είναι τα γερμανικά καμιόνια που κουβαλάνε ψωμί και τρόφιμα. Τα παγιδεύουν και τα κλέβουν! Οι παγίδες είναι συνήθως οι ανηφόρες, εκεί όπου τα φορτηγά των Γερμανών «κωλώνουν» και δυσκολεύονται δίνοντας το χρόνο στα ξυπόλυτα τάγματα να πραγματοποιήσουν καταδρομικές εφόδους που θα ζήλευαν και έμπειροι στρατιωτικοί. Τα κλεμμένα μοιράζονται στα ορφανά, αλλά και σε άλλους κατοίκους που έχουν ανάγκες!
Η ελληνική Ιστορία θα ’λεγε κανείς ότι δεν έχει αποδώσει ακόμα σε αυτούς τους μικρούς ήρωες τη δέουσα σημασία. Η δράση τους παραμένει ξεχασμένη κάπου στα λασπόνερα του Βύρωνα και της Κοκκινιάς. Μένουν μόνο κάποια ονόματα, ατάκτως ερριμμένα:
-->
«Οι σαλταδόροι του Βύρωνα» είναι ένας φόρος τιμής στους
μικρούς σαλταδόρους της Κατοχής. Ο Ξενοφώντας Φιλέρης, συγγραφέας του βιβλίου, υπήρξε και ο ίδιος σαλταδόρος: «Θέλω να πω στον κ. Μπαμπινιώτη να προσθέσει τρεις λέξεις στο λεξικό του, τρεις λέξεις που είχαμε για συνθηματικά, όταν κάναμε τις εφόδους στα καμιόνια: το “λίιιου”, το τραγουδιστό “ντου-ντου-ντού” και το ποιητικό “χάπατες”. Την κραυγή “λίιιου” τη φωνάζαμε στις γειτονιές λίγο πριν από τη συνάντησή μας. Το "”ντου-ντου-ντού” το λέγαμε τραγουδιστά κατά τη διάρκεια της επίθεσης και το “χάπατες” το χρησιμοποιούσαμε ως προειδοποιητικό κινδύνου».
Ο πιο σκληρός χειμώνας ήταν αναμφίβολα αυτός του 1941 στην Ελλάδα. Η πείνα εξελίσσεται σε λιμό και χτυπάει τα μεγάλα αστικά κέντρα. Μόνο στην Αθήνα και τον Πειραιά περισσότεροι από 49.000 άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα και την αβιταμίνωση.
Οι Γερμανοί έχουν κάμψει κάθε αντίσταση, αδειάζουν όλα τα δημόσια κτίρια και τα επιτάσσουν. Ανάμεσα σε αυτά τα κτίρια είναι και αρκετά ορφανοτροφεία. Τα ορφανά πετάγονται στο δρόμο. Οι τραγικές συνθήκες επιβίωσης οδηγούν αρκετά παιδιά να αναπτύξουν μηχανισμούς αντίστασης, μηχανισμούς επιβίωσης, το λεγόμενο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.
«Τρεις φίλοι απ’ το Βύρωνα με τρύπιο παντελόνι
Χωρίς να κάνουν σαματά κουρσέψαν το καμιόνι
Και μύρισε, Θεούλη μου, ο δρόμος μακαρόνι
Σταδίου και Αμερικής, μέχρι Κολοκοτρώνη».
Το ξυπόλυτο τάγμα δεν είναι θρύλος της Κατοχής. Το ξυπόλητο τάγμα είναι το σκληρό πρόσωπο της Κατοχής, όπως αυτό καταγράφηκε στις φιγούρες των αμούστακων παιδιών που αψήφησαν το θάνατο για ένα καρβέλι ψωμί, για ένα πακέτο μακαρόνια...
Οργανώνονται σαν μυστικός στρατός, με ιεραρχία και πειθαρχία. Μόνα τους συγκροτούν ομάδες κρούσης και βοήθειας. Πηγή για την τροφοδοσία τους είναι τα γερμανικά καμιόνια που κουβαλάνε ψωμί και τρόφιμα. Τα παγιδεύουν και τα κλέβουν! Οι παγίδες είναι συνήθως οι ανηφόρες, εκεί όπου τα φορτηγά των Γερμανών «κωλώνουν» και δυσκολεύονται δίνοντας το χρόνο στα ξυπόλυτα τάγματα να πραγματοποιήσουν καταδρομικές εφόδους που θα ζήλευαν και έμπειροι στρατιωτικοί. Τα κλεμμένα μοιράζονται στα ορφανά, αλλά και σε άλλους κατοίκους που έχουν ανάγκες!
Η ελληνική Ιστορία θα ’λεγε κανείς ότι δεν έχει αποδώσει ακόμα σε αυτούς τους μικρούς ήρωες τη δέουσα σημασία. Η δράση τους παραμένει ξεχασμένη κάπου στα λασπόνερα του Βύρωνα και της Κοκκινιάς. Μένουν μόνο κάποια ονόματα, ατάκτως ερριμμένα:
Βρε Φιφίκο, βρε Αλέκο
βρε Μενέλαε, κουνήσου
κάνε ντου στον Ιταλιάνο
κι ύστερα εξαφανίσου...
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΤΟΥΝΑΣ
http://www.espressonews.gr
Από το pisostapalia
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου